περιελαύνω

περιελαύνω
Α [ελαύνω]
1. περιφέρω από τον έναν στον άλλο («θᾱττον περιελαύνοντας τοὺς κύλικας», Πολυδ.)
2. αρπάζω ως λεία («περιελασάμενοι σώματα καὶ θρέμματα», Πολ.)
3. παρενοχλώ, βασανίζω («οἶοις πιθηκισμοῑς με περιελαύνεις», Αριστοφ.)
4. κατασκευάζω κάτι γύρω γύρω («περιελαύνων αὔλακα βαθεῑαν», Πλούτ.)
5. περιτρέχω έφιππος ή πάνω σε αμάξι («οἱ ἱππῆς περιελάσαντες διέφθειρον», Θουκ.)
6. ανατρέχω, προσφεύγω («οὐδὲ ἐς ὁτιοῡν περιελᾷ ψεῡδος», Φιλόστρ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • περιελαυνούσης — περιελαύνω drive round fut part act fem gen sg (attic epic) περιελαῡνούσης , περιελαύνω drive round pres part act fem gen sg (attic epic ionic) περϊελαυνούσης , περιελαύνω drive round fut part act fem gen sg (attic epic) περϊελαῡνούσης ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιελαύνει — περιελαύ̱νει , περιελαύνω drive round aor subj act 3rd sg (epic) περιελαύ̱νει , περιελαύνω drive round pres ind mp 2nd sg περιελαύ̱νει , περιελαύνω drive round pres ind act 3rd sg περϊελαύ̱νει , περιελαύνω drive round aor subj act 3rd sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιελαύνουσι — περιελαύ̱νουσι , περιελαύνω drive round aor subj act 3rd pl (epic) περιελαύ̱νουσι , περιελαύνω drive round pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) περιελαύ̱νουσι , περιελαύνω drive round pres ind act 3rd pl (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιελᾷ — περϊελᾷ , περιελαύνω drive round fut ind mid 2nd sg (attic epic) περϊελᾷ , περιελαύνω drive round fut ind act 3rd sg (attic epic) περϊελᾷ , περιελαύνω drive round pres subj mp 2nd sg (epic) περϊελᾷ , περιελαύνω drive round pres ind mp 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιελάσας — περϊελά̱σᾱς , περιαιρέω take away something that surrounds aor part act fem acc pl (attic epic ionic) περϊελά̱σᾱς , περιελαύνω drive round fut part act fem acc pl (attic doric) περϊελά̱σᾱς , περιελαύνω drive round fut part act fem gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιελῶ — περϊελῶ , περιαιρέω take away something that surrounds fut ind act 1st sg (attic epic doric) περϊελῶ , περιελαύνω drive round fut ind act 1st sg (attic epic ionic) περϊελῶ , περιελαύνω drive round pres imperat mp 2nd sg (epic) περϊελῶ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιελαυνομένας — περιελαῡνομένᾱς , περιελαύνω drive round pres part mp fem acc pl περιελαῡνομένᾱς , περιελαύνω drive round pres part mp fem gen sg (doric aeolic) περϊελαῡνομένᾱς , περιελαύνω drive round pres part mp fem acc pl περϊελαῡνομένᾱς , περιελαύνω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιελαυνόμενον — περιελαῡνόμενον , περιελαύνω drive round pres part mp masc acc sg περιελαῡνόμενον , περιελαύνω drive round pres part mp neut nom/voc/acc sg περϊελαῡνόμενον , περιελαύνω drive round pres part mp masc acc sg περϊελαῡνόμενον , περιελαύνω drive… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιελαύνεις — περιελαύ̱νεις , περιελαύνω drive round aor subj act 2nd sg (epic) περιελαύ̱νεις , περιελαύνω drive round pres ind act 2nd sg περϊελαύ̱νεις , περιελαύνω drive round aor subj act 2nd sg (epic) περϊελαύ̱νεις , περιελαύνω drive round pres ind act 2nd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιελαύνοντα — περιελαύ̱νοντα , περιελαύνω drive round pres part act neut nom/voc/acc pl περιελαύ̱νοντα , περιελαύνω drive round pres part act masc acc sg περϊελαύ̱νοντα , περιελαύνω drive round pres part act neut nom/voc/acc pl περϊελαύ̱νοντα , περιελαύνω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”